διαυχένιος

διαυχένιος, ον,
A running through the neck,

μυελός Pl.Ti.74a

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαυχένιος — διαυχένιος, ον (Α) αυτός που διέρχεται από τον αυχένα («περὶ τὸν διαυχένιον... μυελόν», Πλάτ. Τίμ.) …   Dictionary of Greek

  • διαυχένιος — running through the neck masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαυχένιον — διαυχένιος running through the neck masc/fem acc sg διαυχένιος running through the neck neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.